Μύθοι, ψέματα και έμμονες ιδέες

Της Σώτης Τριανταφύλλου

Η ιδεολογική μας δηλητηρίαση περιλαμβάνει ψεύτικα στατιστικά στοιχεία, τερατώδεις προκαταλήψεις, άρνηση της πραγματικότητας και την επανάληψη κοινοτοπιών από ευτελή μέσα ενημέρωσης και κουτοπόνηρους πολιτικάντηδες.

Συχνά, οι λαϊκές πεποιθήσεις για την οικονομία και γενικότερα για το πώς λειτουργεί ο κόσμος θυμίζουν τις τσεμπεροφόρες Ελληνίδες γραίες που έλεγαν ότι αν βγεις έξω με βρεγμένα μαλλιά θα αρρωστήσεις κι ότι αν φιληθείς με ένα αγόρι θα μείνεις έγκυος.

Η πρώτη έμμονη ιδέα είναι η αυξανόμενη κοινωνική και οικονομική ανισότητα. Πράγματι, σε μερικές χώρες οι ανισότητες είτε αυξάνονται (ΗΠΑ), είτε παραμένουν σταθερές (στον αναπτυσσόμενο κόσμο), αλλά στις περισσότερες χώρες ―και ιδιαίτερα στην Ευρώπη― συμβαίνει το αντίθετο. Ακόμα και στην Ελλάδα, που έχει βολευτεί στη θέση της χρονίως υπανάπτυκτης βαλκανικής χώρας που ζει με δανεικά, νοικιάζει σπίτια στο airbnb και πουλάει χειροποίητες μαρμελάδες στους τουρίστες, οι ανισότητες δεν έχουν αυξηθεί· σχεδόν όλοι οι Έλληνες φτωχαίνουμε μαζί. Στις κανονικές χώρες της Ευρώπης οι ανισότητες είναι μικρότερες από ποτέ: σύμφωνα με τον εξαιρετικά αξιόπιστο συντελεστή Gini (μολονότι οι άνθρωποι που πιστεύουν στους ψεκασμούς και στους φτερωτούς αγγέλους αμφισβητούν τους «συντελεστές»), στην Ευρώπη ομοιογενοποιείται η «ψαλίδα» και ο Gini κυμαίνεται γύρω στο 0,25 για τις σκανδιναβικές χώρες, γύρω στο 0,27 για τη Γαλλία και στο 0,3 για τη Βρετανία. Οι χώρες με μεγάλες ανισότητες ―όπως οι ΗΠΑ και η Νότια Αφρική― έχουν συντελεστή 0,4 και 0,6 αντιστοίχως. Ποτέ άλλοτε η κατανομή του πλούτου δεν ήταν τόσο δίκαιη. Το ότι «κάποτε» τα πράγματα ήταν καλύτερα είναι ο κουρασμένος μύθος των παλιών, καλών ημερών.

Η δεύτερη έμμονη ιδέα είναι ότι τα τεράστια ελλείμματα και τα δημόσια χρέη είναι βιώσιμα ή ακόμα και τεχνητά. Ευχάριστη ιδέα αλλά ψεύτικη. Οι κυβερνήσεις, τα κράτη, για να χρηματοδοτούν υποδομές, συστήματα, μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας δανείζονται από επενδυτικούς θεσμούς ―διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος λειτουργίας των οικονομιών. Αν πάρουμε ως παράδειγμα ένα νοσοκομείο που έχει έλλειμμα, για να συνεχίσει να προσφέρει σωστές υπηρεσίες στους ασθενείς, πρέπει να περικόψει κάποιες μη ουσιώδεις δαπάνες (συνήθως, ένας θεός ξέρει ποιες είναι οι «μη ουσιώδεις» δαπάνες, οι «σπατάλες»), να απολύσει εργαζομένους που δεν είναι απαραίτητοι και ενδεχομένως να αντικαταστήσει μερικούς με τεχνολογικά μέσα: πλην όμως, αν δημιουργήσει ανέργους, το νοσοκομείο θα επιβαρύνει το ταμείο ανεργίας, κι αν υιοθετήσει υψηλότερη τεχνολογία θα προβεί στις σχετικές δαπάνες αναβάθμισης. Σε χώρες με ευρύ δίκτυο δημοσίων υπηρεσιών, η πολιτική περικοπής ελλειμμάτων του ενός θεσμού διογκώνει τα ελλείμματα του άλλου ― τα οποία δεν μπορούν να αυξάνονται επ’ άπειρον. Κάποια στιγμή, τα χάσματα πρέπει να καλυφθούν και εφόσον δεν έχουμε εφεύρει ακόμα το λεφτόδεντρο, θα χρειαστούν δραματικές περικοπές σε μισθούς, συντάξεις, παροχές. Όλα αυτά, δεν είναι δυνατό να καλυφθούν από τη φορολόγηση «των πλουσίων»: δεν αρκούν οι πλούσιοι, είναι λίγοι.

Συχνά, εκφράζουμε την αβασάνιστη άποψη, ακόμα και σε χώρες που δεν καταφέρνουν πολλά, όπως η δική μας, ότι υπάρχει κρυμμένος πλούτος. Όμως, για να αξιοποιήσουμε τις πλουτοπαραγωγικές πηγές απαιτείται εκ των προτέρων μια μορφή «πλούτου», συν σχεδιασμός, συν εργασία, συν επιχειρηματικότητα. Εξάλλου, καμιά χώρα δεν είναι «πλούσια»: το ονομαστικό κατά κεφαλήν εισόδημα στη Γερμανία κυμαίνεται στα 40.000 ευρώ (με το κοινωνικό κράτος να ελαττώνει, όντως, τις ατομικές δαπάνες) ― δεν μιλάμε για «πλούτο», ούτε χρειάζεται να μιλάμε για πλούτο. Το στοίχημα είναι η αξιοπρεπής διαβίωση και η κοινωνική προστασία. Η διαρκής αύξηση της αγοραστικής δύναμης καταλήγει έμμονη ιδέα που συνδυάζεται με την εικόνα του 19ου αιώνα περί εκμεταλλευτών καπιταλιστών που τρώνε με χρυσά κουτάλια πετώντας στους εργαζόμενους ένα ξεροκόμματο.

Οι Έλληνες έχουν, όπως αναμένεται, περισσότερες και πιο εξωφρενικές προκαταλήψεις από άλλους Ευρωπαίους. Δεν αντιλαμβάνονται τον συσχετισμό μεταξύ υλικής ευημερίας και εργασίας· πιστεύουν σε κάποιο μαγικό στάξιμο από πάνω προς τα κάτω ή στο προαναφερθέν λεφτόδεντρο. Παραλλήλως, πιστεύουν ότι η ζωή γίνεται όλο και πιο ακριβή. Στην πραγματικότητα, στο πέρασμα του χρόνου, άπειρος αριθμός προϊόντων και υπηρεσιών έγιναν προσιτά στους πολλούς: ακόμα και το σοκ του ευρώ, που προκάλεσε άνοδο των τιμών, δεν μείωσε την αγοραστική δύναμη. Αντιρρήσεις υπάρχουν: διάφοροι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η αγοραστική δύναμη μειώνεται· αλλά υπάρχουν αντιρρήσεις και στις αντιρρήσεις.

Αποδίδουμε τις οικονομικές μας δυσκολίες στον νεοφιλελευθερισμό. Εδώ γελάμε. Στις περισσότερες χώρες του κόσμου και ιδιαίτερα στην Ευρώπη, η εμπλοκή του δημοσίου δεν ήταν ποτέ ευρύτερη: τα τελευταία τριάντα χρόνια οι δημόσιες δαπάνες διπλασιάστηκαν ή τριπλασιάστηκαν, παρά τη ρητορεία για ιδιωτικοποιήσεις, για περικοπές, για «συμμάζεμα», για »νοικοκύρεμα» και τα τοιαύτα. Ακόμα και στην Ελλάδα, όπου συνέβησαν όσα συνέβησαν, το περίφημο πλεόνασμα δεν οφείλεται σε περικοπές, οφείλεται σε φόρους. Και, ενόσω η προπαγάνδα οργιάζει, το δημοσιοϋπαλληλίκι και η μονιμότητα ―με όλα όσα επισύρουν: χαμηλή παραγωγικότητα, συστηματική απουσία από την εργασία― δεν αποτελούν χαρακτηριστικά της «νεοφιλελεύθερης λαίλαπας». Κάθε άλλο δηλαδή. Και υποτίθεται ότι η αύξηση των μισθών ―ιδιαίτερα του κατώτερου μισθού― θα μας ικανοποιούσε. Μακάρι. Αλλά για τους μικρούς εργοδότες, τουτέστιν για τους περισσότερους εργοδότες, το πράγμα είναι λίγο πιο περίπλοκο. Λαϊκά κινήματα όπως τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους και την τσέπη τους: ο κατώτερος μισθός, που επιβαρύνεται σχεδόν κατά 60% με εισφορές, καθιστά αδύνατη την πρόσληψη εργαζομένων στο μικρομεσαίο επίπεδο και καταστρέφει τη μεσαία τάξη, εντείνοντας, σε βάθος χρόνου την κοινωνική πόλωση. Η μη πρόσληψη εργαζομένων σημαίνει επιδόματα ανεργίας και, στην περίπτωση μη δικαιώματος για επιδόματα, σημαίνει κοινωνική δυσαρέσκεια και περιθωριοποίηση. Και πάλι, το «κράτος», αυτή η από μηχανής οντότητα, αν και παρεμβαίνει με κίνητρα στους εργοδότες, δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της απασχόλησης. Ούτε, επαναλαμβάνω, μπορεί να το λύσει η φορολόγηση.

Πάμε παρακάτω. Στην Ελλάδα τα κίνητρα στους εργοδότες είναι ανύπαρκτα (και πάλι η ιστορία με το λεφτόδεντρο)· στις ΗΠΑ είναι μεροληπτικά (με σοσιαλιστικά κριτήρια θα τα χαρακτηρίζαμε «άδικα», πλην όμως μηδενίζουν την ανεργία). Αλλά μπορεί να υπάρξει μέσος όρος. Η αλήθεια είναι πως από το 2000 το κόστος της εργασίας έχει αυξηθεί ―εκτός από τις περιπτώσεις όπου την εργασία κάνει, εν μέρει τουλάχιστον, ένα λογισμικό ή ένα ρομπότ. (Ακόμα κι αυτά απαιτούν κάποια συντήρηση). Επιστρέφουμε στο ζήτημα της φορολόγησης: πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι αν τσακώσουμε όσους φοροδιαφεύγουν θα καλύψουμε τα ελλείμματα. Το πρόβλημα είναι διαφορετικό στην Ελλάδα από τον υπόλοιπο κόσμο― τόσο εξαιτίας των μηχανισμών όσο και εξαιτίας της νοοτροπίας.[1] Αυτό που μοιάζει είναι ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις (λιγοστές στην Ελλάδα) βρίσκουν τρόπο φορολογικού σχεδιασμού ώστε να πληρώνουν λιγότερους φόρους απ’ όσους τους αντιστοιχούν. Έτσι κι αλλιώς, η έμμονη ιδέα της φορολόγησης είναι αντιπαραγωγική, συχνά συνωμοσιολογική και καταλήγει στην εύκολη λύση: στην υπερφορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών υπονομεύοντας την κατανάλωση και προκαλώντας ταξικές υποβαθμίσεις. Πολλά προβλήματα θα αντιμετωπίζονταν καλύτερα με αλλαγή των διεθνών κανόνων ― άλλωστε, αυτή είναι η τάση του ΟΟΣΑ και της ΕΕ. Ωστόσο, υπάρχει πιθανότητα ο σχολαστικός έλεγχος όλων των συναλλαγών μας, όλων μας των κινήσεων, όλων των προσωπικών μας δεδομένων να αρχίσει να μας ενοχλεί.

Σε πρόσφατο δημοψήφισμα οι Ελβετοί καταψήφισαν πρόταση των σοσιαλιστών σύμφωνα με την οποία ο υψηλότερος μισθός (π.χ. ενός τραπεζίτη) να μην υπερβαίνει το 12πλάσιο του βασικού. Ήταν ωραία ιδέα: σε μερικές χώρες οι αμοιβές των ανώτερων στελεχών είναι εξωφρενικές. Σπεύδω να προσθέσω ότι η μείωσή τους δεν θα άλλαζε ριζικά την ποιότητα της ζωής εμάς των υπολοίπων. Το δίκαιο αίτημα για μείωση των μισθολογικών ανισοτήτων συνδέεται περισσότερο με τον φθόνο και την κουκουέδικη μνησικακία παρά με το αίσθημα της δικαιοσύνης· ακόμα λιγότερο με τη διευκόλυνση της οικονομίας συνολικά. Όσο για τη μείωση των δαπανών εκ μέρους των εκλεγμένων (μισθοί, προνόμια, έξοδα παράστασης) έχει συμβολική αξία αλλά δεν συμβάλλει αποφασιστικά στη βελτίωση της ζωής του πολίτη. Ο στόχος δεν είναι να είμαστε φτωχοί και δυστυχισμένοι και να χαιρόμαστε μονάχα επειδή είναι όλοι φτωχοί και δυστυχισμένοι.

Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Άρθρα-Απόψεις» δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι απαραίτητα του Thesstoday.gr.

Μπορεί να σας ενδιαφέρει

Για να ξέρετε: Την 1η Μαΐου 2018 θα ενημερώσουμε την Πολιτική απορρήτου και τους Όρους χρήσης, ώστε να είναι πιο σαφείς και να καλύπτουν τη νέα νομοθεσία περί προστασίας του απορρήτου στην Ευρώπη. Επιλέξτε Αποδοχή για να μας ενημερώσετε ότι συμφωνείτε με τις αλλαγές. Μάθετε περισσότερα.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο